Τύπος διαδρομής: Αμφίδρομη
Δυσκολία: 3/5 (Δύσκολη)
Χρόνος πορείας: 5ω 15λ
Μήκος: 7,2χλμ
Ισοδύναμο Μήκος: 7,2χλμ
Ανάβαση: 881μ
Κατάβαση: 70μ
Μέγιστο υψόμετρο: 2246μ
Ελάχιστο υψόμετρο: 1357μ
Πόσιμο νερό: Ναι
Η κορυφή Γκούμπελ βρίσκεται πάνω στην Ελληνο-αλβανική μεθόριο. Λόγω της εξέχουσας θέσης στο σύστημα περασμάτων της περιοχής, αλλά και της φυσικής οχύρωσης που της χαρίζει η βραχώδης ανατολική κόψη της, η κορυφή έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη διάρκεια του Εμφυλίου και υπήρξε μια από τις πιο καλά οχυρωμένες θέσεις του Γράμμου. Πράγματι, ο τελικός κώνος της κορυφής φέρει ένα είδος περιμετρικού τείχους από αργολιθοδομή με πετρόχτιστους προμαχώνες και βαθιά αμπρί.
Η πορεία ξεκινά από τον κεντρικό δρόμο της Γράμοστας. Μετά τη μεγάλη οδική γέφυρα, μπαίνουμε σε παλιό κτηνοτροφικό μονοπάτι και φτάνουμε στο χωματόδρομο για τη Φούσια. Ο χωματόδρομος οδηγεί στο διάσελο Μπαρούγκα και εκεί διακλαδίζεται αριστερά για Γκιστόβα και ευθεία για το λιβάδι Μούζα. Από εδώ ξεκινά το μονοπάτι προς την κορυφή, σημαδεμένο με σχετικά πυκνά πορτοκαλί σημάδια κατά τόπους αρκετά πατημένο, ενώ αλλού ασαφές.

Σύντομα, τα σημάδια οδηγούν μέσα από λιβάδια προς τη βάση της κορυφής. Εδώ η κλίση αλλάζει απότομα και τα σημάδια μας οδηγούν μέσα από επικλινή διαδοχικά φυσικά σκαλιά στην αρχή ενός βραχώδους διαδρόμου/περάσματος. Ανεβαίνουμε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες τα σπασμένα βράχια του διαδρόμου.

Συνεχίζουμε σε βραχώδη κόψη με εύκολα τεχνικά περάσματα έως τις χορταριασμένες πλαγιές της κορυφής. Στα τελευταία μέτρα πριν την κορυφή θα συναντήσουμε διαδοχικές οχυρώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που περιβάλλουν τη νότια πλευρά του βουνού.


Ποσοστιαία κατανομή
σε κατηγορίες βατότητας
Ποσοστιαία κατανομή
στις υψομετρικές ζώνες
Υψομετρικό προφίλ
Υψόμετρα αφετηρίας – προορισμού και μέγιστο ύψος

Συμβουλές
- Στο χωματόδρομο θα συναντήσουμε μια ποτίστρα με άφθονο νερό.
Επισημάνσεις
- Μπορούμε να ανεβούμε στη Μπαρούγκα με όχημα (με απλό όχημα το καλοκαίρι, αποκλειστικά με όχημα 4×4 την άνοιξη και το φθινόπωρο, το χειμώνα ο δρόμος είναι κλειστός από το χιόνι) και να κάνουμε μόνο το τελευταίο – και πιο ενδιαφέρον – μέρος της πορείας.



